2021: Ετος Ιστορίας Ελλάδας – Ρωσίας .

To  έτος  Ιστορίας Ελλάδας – Ρωσίας συμπίπτει με την επέτειο των 200 χρόνων της ελληνικής  ανεξαρτησίας για την οποία  έπαιξε αποφασιστικό ρόλο η  νίκη  του Ρωσικού στρατού στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829. Αυτή η νίκη  απέδωσε τη συνθήκη της Αδριανούπολης (1829)  με την οποία  αναγνωριζόταν από την Οθωμανική αυτοκρατορία , για πρώτη φορά , η ελληνική ανεξαρτησία.  Τα προηγούμενα πρωτόκολλα μεταξύ των δυτικών δυνάμεων δέχονταν για την Ελλάδα μόνο κάποιο καθεστώς αυτονομίας εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αν οι εκπρόσωποι της Ελληνικής επανάστασης είχαν την πολιτική και διπλωματική εμπειρία να αδράξουν την ευκαιρία και να συνάψουν  άμεσα , απευθείας με τον αντίπαλο τη συνθήκη της ανεξαρτησίας ,  σε εκτέλεση της συνθήκης της Αδριανούπολης   , θα είχε αποφευχθεί το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 , δηλαδή  η έναρξη της μακράς πορείας του νέου ελληνικού κράτους ως σχηματισμού εξαρτημένου από τις μεγάλες δυνάμεις.

Οι Ελληνορωσικές σχέσεις , μετά την ελληνική ανεξαρτησία δεν εξελίχθηκαν όπως θα άξιζε σε  δύο λαούς που έχουν κοινές πολιτιστικές και γεωπολιτικές αναφορές  και αγωνίστηκαν για πολλά χρόνια εναντίον του ίδιου εχθρού. Ο βασικός λόγος είναι ότι το Ελληνικό κράτος, όπως συστάθηκε, δεν ήταν ποτέ σε θέση να κάνει επιλογές σαν ανεξάρτητη οντότητα , για το συμφέρον του λαού του. Μετά το 1863 που η Αγγλία αποκτά τον πλήρη έλεγχο της χώρας  μέσω του βασιλιά που επέλεξε και μας επέβαλε ,  η εξάρτηση βαθαίνει και  τα όποια περιθώρια  ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής μειώνονται περισσότερο. Η Ελλάδα πλέον  γίνεται βασικό εργαλείο υλοποίησης της αγγλικής πολιτικής  στην περιοχή. Πρωτοστατεί για την έναρξη της εκστρατείας στην Κριμαία . Ένα μήνα μετά τη συντριπτική ήττα εκεί,  ξεκινάει την απόβαση στη  Μικρά Ασία με κύριο στόχο την κατάπνιξη της τουρκικής επανάστασης και προσδοκώμενο αντάλλαγμα … ότι μας δώσουν οι Αγγλοι. Ακόμη και στους   Βαλκανικούς  πολέμους που θεωρούνται  νικηφόροι  για την Ελλάδα , θα έπρεπε να σκεφτούμε αν η υπακοή στους αγγλογαλικούς σχεδιασμούς οδήγησε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ή έσπειρε  τη διχόνοια και τον ανταγωνισμό μεταξύ των βαλκανικών λαών, διαιώνισε προβλήματα, οδήγησε σε τραγικές εθνοκαθάρσεις που ακόμη πληρώνουμε τα αποτελέσματά τους και εν τέλει απέκλεισε κάθε πιθανότητα δημιουργίας ισχυρών κρατικών οντοτήτων ομοσπονδιακού τύπου στη Βαλκανική  καίτοι οι λαοί της περιοχής ζούσαν μαζί για αιώνες , ανακατεμένοι ,  χωρίς σύνορα μεταξύ τους.

Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί η απολύτως εχθρική στάση μας απέναντι στη Σοβιετική Ενωση, όπως απαιτούσε ο προπολεμικός Βρετανικός σχεδιασμός.

Ο έλεγχος της χώρας παραδόθηκε στους αμερικανούς το 1947 . Αμέσως οργάνωσαν τη συστηματική εξόντωση της αριστεράς και όσων ήταν  υπέρ  της ανεξαρτησίας . Το λουτρό αίματος αίματος που επέβαλαν στην Ελλάδα μέχρι το 1974 μόνο με αυτό της Ινδονησίας είναι συγκρίσιμο . Φυσικά ,από τότε η Ελλάδα παίρνει μαχητικά μέρος στον Ψυχρό πόλεμο , κρατάει απολύτως εχθρικής στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ και τους βαλκάνιους γείτονες ,σε φανερή αντίθεση με τα συμφέροντά της στο Κυπριακό , στην οικονομία , στα ελληνοτουρκικά κοκ.

Μετά το 1974 που χαλάρωσε κάπως ο άμεσος έλεγχος των ΗΠΑ, λόγω του εμφανούς ρόλου τους στην επιβολή δικτατορίας και στην κατάληψη της Κύπρου από την Τουρκία,  οι εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τη Ρωσία διευρύνθηκαν  χωρίς ποτέ  φυσικά να φτάσουν στα επίπεδα που επέβαλε  η γεωγραφία και οι πολιτισμικοί και άλλοι δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών . Η σταθερή υποστήριξη της ΕΣΣΔ στη διεθνοποίηση του Κυπριακού , δηλαδή στην απεμπλοκή του από τον έλεγχο ΗΠΑ Βρετανίας,  δημιουργούσε το κατάλληλο πολιτικό κλίμα γι’ αυτό .Η θετική πορεία δεν κράτησε για πολύ , αντιστράφηκε μετά το 1990 , λόγω  και της αδυναμίας της νέας Ρωσίας,  και εντάθηκε η καταστροφή των σχέσεων μετά  το 2010  που η Ελλάδα μέσω της υπερχρέωσης  και της εκχώρησης της  οικονομικής κυριαρχίας στην ευρωπαϊκή Ενωση  έχασε και το μικρό ποσοστό ανεξαρτησίας που είχε καταχτήσει με τίμημα την απώλεια της Κύπρου.

Η αναζήτηση μιάς ισορροπημένης σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας , στο σημερινό πλαίσιο, θα παραμείνει δύσκολη υπόθεση .Προς το παρόν δεν υπάρχουν δυνάμεις που να μπορούν να εκφράσουν την ανάγκη για κλείσιμο των  αμερικανικών  βάσεων και αποδέσμευσης  από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ  . Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις λίγα μπορούν να γίνουν για μια ισορροπημένη σχέση της Ελλάδας με το μη ΝΑΤΟικό κόσμο. Αντίθετα όμως  με αυτό που δεν υπάρχει στο πολιτικό σύστημα, ένα  σοβαρό ποσοστό των λαϊκών στρωμάτων θα ήταν διατεθειμένο να εμπλακούν σε ένα  αγώνα ανεξαρτησίας . Αυτή είναι μια από τις βασικότερες αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν σήμερα το ελληνικό κράτος.

Τα πράγματα δεν είναι αισιόδοξα για την άμεση προοπτική της χώρας.  Θα μπορούσαν ενδεχομένως να υπάρξουν  εξωτερικοί παράγοντες που  να δώσουν  μεσοπρόθεσμα ώθηση σε μια πιο ισοροπημένη ελληνική εξωτερική πολιτική ; Ναι αν  βαθύνει  η στρατηγική συνεργασία Ρωσίας –  Κίνας,γιατί θα δημιουργήσει ένα μέγεθος που καμία χώρα της Βαλκανικής και της ανατολικής Ευρώπης δεν θα μπορεί να αγνοήσει. Επίσης μια αντιστροφή της καταστροφικής για τους λαούς πορείας των πραγμάτων στη Μέση Ανατολή,  θα έχει αποφασιστική επίδραση στην «αποδυτικοποίηση» των Βαλκανίων αφού θα ανοίξει ένα νέο πεδίο ισότιμων σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών.

Μέχρι τότε θα πρέπει να προσπαθούμε και για την μικρότερη ακόμη διεύρυνση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων.  Καθοριστικός παράγοντας θα είναι η αύξηση της παρουσίας και εμβέλειας ελληνόφωνων  ΜΜΕ που θα μπορούν να μεταφέρουν στην ελληνική κοινωνία την Eυρασιατική οπτική των  πραγμάτων. Το μέλλον θα δείξει αν το τέλος μιας εξαρτημένης – ελεγχόμενης από τα έξω  πορείας  200 ετών είναι κοντά .

Υποβολή απάντησης