Ανακοινωση της ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΉΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ για την υπόθεση Τοπαλούδη.

Αγωνιστική Πανελλαδική Ενωση Δικηγόρων
ΣΧΟΛΙΟ για τη δίκη των κατηγορούμενων της υπόθεσης Τοπαλούδη
Η βαριά εγκληματικότητα μπορεί στην Ελλάδα να κινείται σε χαμηλά και σχετικά σταθερά επίπεδα, όμως αποτρόπαια εγκλήματα σαν αυτό που έγινε σε βάρος της Ελένης Τοπαλούδη συμβαίνουν, έστω και σπάνια . Τίποτα δεν αποκλείει να ξανασυμβούν στο μέτρο που υπάρχουν οι ίδιες κοινωνικές συνθήκες. Όμως η επικοινωνιακή εκμετάλλευσή τους είναι αντίστροφα ανάλογη της συχνότητάς τους. Η επί 17 μήνες υπερπροβολή του συγκεκριμένου εγκλήματος όπως έγινε και με άλλες περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας , κάθε άλλο παρά αθώα είναι. Η επιλογή του γεγονότος που αναβαθμίζεται σε «είδηση», δεν είναι «αθώα» και ο τρόπος προβολής της δεν είναι ποτέ κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερος. Το συγκεκριμένο έγκλημα μπορούσε εύκολα να εργαλειοποιηθεί από τα ΜΜΕ της αστικής τάξης: Είχε ιδιαίτερα αποτρόπαιο τρόπο τέλεσης , σεξουαλική διάσταση, νεαρό και όμορφο θύμα, δράστες που μπορούν να συνδεθούν με κωδικοποιημένους αρνητικούς συνειρμούς όπως «αλβανός», «πλουσιόπαιδο» κοκ.
Η ιδεολογική παρέμβαση που επιχειρείται με την υπερπροβολή στα ΜΜΕ βαριών εγκλημάτων κινείται σε πολλά επίπεδα που δεν είναι πάντα άμεσα ορατά . Ενδεικτικά μόνο, θα σημειώναμε ότι 1) υποδεικνύοντας σε καθημερινή βάση στα λαϊκά στρώματα την εγκληματικότητα σαν τον πιο άμεσο , υπαρξιακό κίνδυνο γι’ αυτά , συσκοτίζονται άλλες απειλές εναντίον τους , ασύγκριτα πιο άμεσες , δηλαδή αυτές που προέρχονται από την ελιτ της χώρας και το διεθνές σύστημα στο οποίο αυτή ανήκει. 2) Το προφίλ «εγκληματία» που υποδεικνύεται, απαντιέται αποκλειστικά στα λαϊκά στρώματα . Τα εγκλήματα της ελίτ συνήθως δεν αναφέρονται ως εγκλήματα είτε υποβαθμίζονται. Το έγκλημα προβάλλεται σαν εσωτερική υπόθεση των «από κάτω» και λειτουργεί σαν ένας επιπλέον μηχανισμός διάσπασης της κοινωνικής συνοχής, αφού μάλιστα μεταξύ των πιο φτωχών – κατά τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ- υπάρχουν εγκληματοπαραγωγές ομάδες, οι αλβανοί, οι τσιγγάνοι κοκ. 3) Αφού ο πρώτιστος εχθρός είναι το «έγκλημα», η «ασφάλεια» είναι το πρώτιστο αγαθό. Αρα νομιμοποιείται ο αυξημένος ρόλος των κατασταλτικών και δικαστικών μηχανισμών , η υπεροχή της καταστολής έναντι των δικαιωμάτων και ο παρατεταμένος εγκλεισμός προκειμένου να «καθαρίσει» η κοινωνία από το έγκλημα . 4) Αυτό που απουσιάζει εντελώς από το δημόσιο λόγο είναι οι κοινωνικοί και οικονομικοί μηχανισμοί παραγωγής του εγκλήματος γιατί προφανώς αυτοί οδηγούν στις διοικούσες τάξεις.
Οσο αφορά τη δικαστική διαχείριση του εγκλήματος , υποδεικνύεται μια αλλαγή του κέντρου βάρους της ποινικής διαδικασίας από το δράστη στο θύμα. Υπερπροβάλλεται η οδύνη των οικείων του θύματος, έμμεσα προωθούνται εκδικητικές τάσεις και παραλείπεται οποιασδήποτε ψύχραιμη προσέγγιση της κατάστασης του δράστη και του περιβάλλοντός του. Ο προσανατολισμός στη θυματολογία, πριν υποδειχθεί στα λαϊκά στρώματα , έχει τις τελευταίες δεκαετίες τύχει αρκετής θεωρητικής επεξεργασίας στις ΗΠΑ όπου και προβλήθηκε σαν πανάκεια για την αντιμετώπιση του «εγκλήματος» των λαϊκών στρωμάτων . Ετσι έφτασε το 1% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ να είναι στη φυλακή, οι φυλακές ιδιωτικοποιήθηκαν και έγιναν ασύγκριτα σκληρότερες για τους έγκλειστους χωρίς φυσικά να υπάρξει από αυτά τα μέτρα οποιαδήποτε ανάσχεση της «εγκληματικότητας». Όμως η ποινική δίκη, από το διαφωτισμό και μετά, βάζει στο κέντρο της προσοχής της το δράστη όχι το θύμα γιατί έπαψε να θεωρείται ένας δημόσιος μηχανισμός ικανοποίησης του θύματος, Εθεσε σαν σκοπό της το σωφρονισμό και την επανένταξη του δράστη και ευρύτερα τη συρρίκνωση του εγκλήματος, όχι την αναπαραγωγή του μέσω λειτουργιών τύπου «βεντέτας».
Βέβαια κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει ότι ο ρόλος της ποινικής διαδικασίας στη συρρίκνωση της βαριάς εγκληματικότητας θα είναι πάντα περιορισμένος . Οι κοινωνικοί και οικονομικοί όροι ζωής των λαϊκών στρωμάτων θα έχουν πάντα τον κυρίαρχο ρόλο. Αναφερόμαστε πάντα στη βαριά παραβατικότητα γιατί όσο αφορά την πιο ήπια, σχηματοποιείται σχεδόν απόλυτα από την εκάστοτε πολιτική βούληση.
Η εισαγγελική παρουσία στη δίκη Τοπαλούδη και κυρίως η αγόρευσή της, φάνηκε να είναι σαφώς επηρεασμένη – ίσως και ασυνείδητα – από το επικοινωνιακό πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω. Όμως ο Εισαγγελέας της έδρας όντας δικαστικό όργανο , άρα κριτής της υπόθεσης και όχι αντίδικος ή συμπαραστάτης των διαδίκων, οφείλει να προτείνει στο δικαστήριο μια συνεκτική αφήγηση των πραγματικών περιστατικών , όπως προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και να παίρνει θέση στα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν , να κάνει τη λεγόμενη υπαγωγή στον κατάλληλο κανόνα δικαίου . Φυσικά και απαιτείται από το Δικαστή να έχει αισθήματα, ευαισθησία και προσωπικές πεποιθήσεις. Προέχει όμως, όπως το έθεσε ο Μαξ Βέμπερ, η ηθική της ευθύνης απέναντι στο θεσμό που υπηρετεί η οποία δεν ταυτίζεται πάντα με την ηθική της προσωπικής του πεποίθησης , όταν δε το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο, μόνο η παραίτηση υπάρχει.
Δεν μπορούμε και δεν μας αντιστοιχεί, να πάρουμε θέση για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης . Νομικές σκέψεις, που θα μπορούσαν να σχολιαστούν δεν ακούσαμε. Παρ’ όλο που φαίνεται να υπήρχαν νομικά θέματα προς επίλυση, αυτά δεν φάνηκε να απασχολούν την εισαγγελική αγόρευση. Θα δούμε στην απόφαση αν τουλάχιστον απασχόλησαν το Δικαστήριο.
Με ανησυχία είδαμε όμως την εισαγγελική έδρα να εισάγει στην ποινική δίκη – συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία – την υπεραντιδραστική – νεοφιλελεύθερη θεώρηση της «θυματολογίας» . Ενδεικτικά γιαυτό, οι από έδρας δηλώσεις ταύτισης με το τραγικό θύμα του εγκλήματος , η προσωπική , συναισθηματικά φορτισμένη συστράτευση με τους οικείους του, που μάλιστα παρίσταντο ως διάδικοι (!!!), οι ακραία επιθετικές και υβριστικές απευθύνσεις προς τους κατηγορούμενους, οι υβριστικές αναφορές για τους υπερασπιστές, η υποτίμηση των ενόρκων που τους θεωρεί χειρίσιμους από τους εξ ορισμού «κακούς» συνηγόρους , η αντίληψη περί συλλογικής ευθύνης του οικογενειακού περιβάλλοντος του δράστη και η απαίτηση να διωχθεί και αυτό(!!!) για το έγκλημα , η αξιοποίηση εξώδικων προσωπικών εμπειριών («τους βλέπαμε να γελάνε στα διαλλείματα») κοκ. Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί ο έμμεσος ή και άμεσος σχολιασμός στο f/b της υπόθεσης από την ίδια την Εισαγγελέα της έδρας!!
Η μαχητική στράτευση του Δικαστή ή/και του Εισαγγελέα, τύποις υπέρ του θύματος, στην πράξη όμως υπέρ ενός μοντέλου χωρίς όρια καταστολής – εκδίκησης είναι προφανές ότι αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και ευρύτερα σε πολιτισμικές κατακτήσεις αιώνων. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, τέτοιες συμπεριφορές είναι ασυνήθιστο φαινόμενο σε κοινές ποινικές δίκες, αντίθετα συναντιώνται σχεδόν σε όλες τις δίκες αντισυστημικών πολιτικών αντιπάλων . Εκεί η επιθετικότητα απέναντι στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του είναι ο κανόνας . Ο δικαστικός μηχανισμός με την επιθετικότητά του θέλει να δείξει ότι δεν είναι ουδέτερος. Η αξιοπιστία και το κύρος του δικαστικού συστήματος γίνονται δευτερεύοντα ζητήματα . Προέχει η εξουθένωση του πολιτικού αντιπάλου που συμβολοποιείται στον καθισμένο στο εδώλιο κατηγορούμενο.
Όμως η άτσαλη μεταφορά του «ποινικού δικαίου του εχθρού» στις ποινικές δίκες του κοινού δικαίου βάζει σε κίνδυνο τη συνολική αξιοπιστία του δικαστικού συστήματος, άρα του ίδιου του κράτους και αυτό μπορεί να προκαλέσει ενοχλήσεις και στις ιθύνουσες τάξεις.
Κλείνοντας πρέπει να θυμίσουμε ότι το δικαστήριο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι διώκτης του εγκλήματος. Αντίθετα πρέπει να είναι κριτής του δράστη και της διαδικασίας δίωξης. Αυτό δεν φάνηκε στη δίκη που σχολιάζουμε .
Αθήνα 22.5.2020

Υποβολή απάντησης